"Δύο πόρτες έχει η ζωη" Αφιέρωμα στην μεγάλη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια γυναίκα με πάθη. Έζησε σε πολύ δύσκολα χρόνια, έξω από τα συντηρητικά στεγανά της εποχής της. Κάπνιζε, ερωτευόταν με πάθος και έπαιζε τζόγο σε πολυτελή σαλόνια. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι το 1893 και μεγάλωσε σε μία ευκατάστατη οικογένεια.

  Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα της. Η απώλεια αυτή επηρέασε καθοριστικά τη ζωή της. Από τότε είχε μανία με το εμπόριο. Της άρεσε να πουλάει και να αγοράζει συνεχώς.

Το προξενιό Στα 17 της η εντυπωσιακή Ευτυχία βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των νέων του Αϊδινίου. Η μοίρα όμως της επιφύλαξε έναν άντρα πολύ διαφορετικό από εκείνο των ονείρων της. 

Το 1911 οι γονείς της την πάντρεψαν με τον πλούσιο έμπορο, αλλά και κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό της, Κωστή Νικολαΐδη. Απέκτησαν δύο παιδιά. 

Η εισβολή του τουρκικού στρατού στο Αϊδίνι και οι βαρβαρότητες στις οποίες επιδόθηκαν μαζί με τους Τσέτες έκαναν την οικογένεια της να εγκαταλείψει τη Σμύρνη.

 Για τα επόμενα τρία χρόνια η Ευτυχία μαζί με τη μητέρα της και τις δυο κόρες της έζησαν αναγκαστικά στην ασιατική Σπάρτη και στην Αττάλεια. Ήταν μία μορφή αιχμαλωσίας. 

H Ευτυχία Παπαγιαννοπούλπου έζησε τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας Στα χρόνια της ιδιότυπης αιχμαλωσίας δεν είχαν οικονομικούς πόρους. Η καπάτσα Ευτυχία βρήκε όμως τον τρόπο να βγάλει χρήματα. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει τα βιοποριστικά της προβλήματα ρίχνοντας χαρτιά. Είχε μάθει την «τέχνη» από μικρή καθώς παρακολουθούσε την υπηρέτρια, που είχαν σπίτι τους να ρίχνει τα χαρτιά και να παίζει ζάρια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε και έβγαλε πολλά χρήματα. Ξεκίνησε ως ηθοποιός στα μπουλούκια Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου άρχισε ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Όλοι οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να προωθηθούν στην Αττάλεια και από εκεί στη Ρόδο ή τη Λέρο. Χιλιάδες μικρασιάτες αναζήτησαν μια διέξοδο διαφυγής. Ανάμεσά τους ήταν και η Ευτυχία με τη μητέρα της και τις 2 της κόρες. Ο άντρας της είχε σωθεί και αυτός και έφτασε στην Ελλάδα με άλλο καράβι. Συναντήθηκαν ξανά στον Πειραιά και μαζί εγκαταστάθηκαν στο Χαλάνδρι. Η προσαρμογή όμως δεν ήταν εύκολη.

Λίγα χρόνια αργότερα η Ευτυχία αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Η απόφαση να ακολουθήσει το όνειρο της, την ωθεί να χωρίσει τον σύζυγο της, αφήνοντας πίσω της μια μεγαλοαστική ζωή για να παίξει στα μπουλούκια. 

Πολλοί όμως υποστήριξαν ότι πίσω από το χωρισμό αυτό κρυβόταν ένας νέος έρωτας. Αυτός ήταν ο ηθοποιός Νίκος Αλέξιου, ο οποίος υπήρξε και μέντορας της στα πρώτα της βήματα. Αν και χωρίς διαζύγιο συστηνόταν παντού ως Αλεξίου. Ο έρωτας της ζωής της ήταν ο Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, ένας αστυφύλακας με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Το 1932 πέθανε ο Νικολαΐδης, ο πρώτος της άντρας. Έτσι ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός ώστε η Ευτυχία και ο Παπαγιαννόπουλος να ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας. 

Η Ευτυχία Νικολαΐδη γίνεται πλέον Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και με αυτό το επίθετο μένει στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Έγραφε στίχους και τους έβαζε φωτιά Στον ελεύθερο της χρόνο έγραφε ποιήματα και στίχους. 

Ωστόσο δεν σκεφτόταν να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη στιχουργία. Όμως όλα άλλαξαν όταν γνώρισε τη Μαρίκα Νίνου που είχε προσωπική και επαγγελματική σχέση με τον Τσιτσάνη. Στην αρχή η Παπαγιαννοπούλου ήταν διστακτική καθώς ένιωθε ποιήτρια κι όχι στιχουργός. Αυτό το πρόβλημα το έλυσε ο Τσιτσάνης. Ξεκίνησε να γράφει στίχους μετά τα 50 της γι΄ αυτό και ονομάστηκε «γριά» του ελληνικού πενταγράμμου.

Η πορεία της ξεκίνησε στο πλάι του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος όμως προσπαθούσε να κρατήσει κρυφή τη συνεργασία τους. Θεωρούσε πως είχε ανακαλύψει ένα στιχουργικό θησαυρό, που δεν ήθελε να μοιραστεί με άλλους. Σύντομα όμως, η πιάτσα έμαθε για την Ευτυχία και οι συνεργασίες διαδέχονταν η μία την άλλη με επιτυχία....

 Η ίδια αρνείτο πεισματικά να πληρώνεται με ποσοστά και προτιμούσε να πουλάει τα τραγούδια της, ώστε να λαμβάνει τοις μετρητοίς ένα χρηματικό ποσό, για να τρέφει το πάθος της, που ήταν η χαρτοπαιξία. Αυτή η τακτική όμως, σε συνδυασμό με την τάση της εποχής να μην αναγράφεται το όνομα του στιχουργού στους δίσκους, δημιούργησε παρεξηγήσεις. Πολλά τραγούδια έγιναν «μήλο της έριδος» στα χέρια των δημιουργών, που διεκδικούσαν την πατρότητα των στίχων. Τσιτσάνης και Παπαγιανοπούλου ήρθαν σε σύγκρουση. Το θέμα ήταν, ότι σε κάποια τραγούδια είχαν βάλει και οι δυο κάτι από το ταλέντο τους στους στίχους, με αποτέλεσμα να μην είναι ξεκάθαρο ποιος είναι τελικά ο δημιουργός. Ειδικά για το τραγούδι «τα Καβουράκια», η διαμάχη έφτασε στο αποκορύφωμά της.

 Η γραφή της ήταν δυνατή και ιδιαίτερη. Έγραφε ακόμη και πάνω σε χαρτί περιτυλίγματος από τον μπακάλη ή από τον χασάπη. Όταν είχε έμπνευση αξιοποιούσε ό,τι είχε διαθέσιμο. Έγραφε τραγούδια πίσω από λογαριασμούς νερού και σε πακέτα τσιγάρων. Η ίδια δεν έδειχνε να συνειδητοποιεί την αξία των στίχων της. Υπήρχαν φορές που ξεχνιόταν. Χαρακτηριστικά όταν δεν είχε σπίρτα, έστριβε το χαρτί, το έβαζε πάνω στη σόμπα για να το ανάψει και έκαιγε έτσι ό,τι στίχους είχε γράψει πάνω του.Άθελα της παραβίασε ένα γυναικείο άβατο και έγινε η πρώτη γυναίκα που εισέβαλε στον ανδροκρατούμενο χώρο του στίχου. Οι συνεργασίες της διαδέχονταν η μία την άλλη. Τσιτσάνης, Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Καλδάρας, Χιώτης, Μαίρη Λίντα και Μαρινέλα είναι κάποια από τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου στα οποία έδωσε τους στίχους της. 

Μία φυσικά τεράστια συνεργασία της που μέχρι και σήμερα είμαστε ευγνώμονες που συνέβη είναι και αυτή με το τεράστιο Μάνο Χατζιδάκι. Τρεις άνθρωποι συνεργάστηκαν σε ένα τραγούδι σταθμό στην ελληνική μουσική.Μάνος Χατζιδάκης- Γρηγόρης Μπιθικώτσης- Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Τρία πρόσωπα, τρία «ρυάκια» που χύθηκαν για το έτος 1963 στο ενιαίο ποτάμι του λαϊκού τραγουδιού με αποτέλεσμα ένα αριστουργηματικό τραγούδι με δεκάδες επανεκτελέσεις. Για την ακρίβεια και η πρώτη εκτέλεση του «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» δεν ήταν από τον Μπιθικώτση. Το τραγούδι ακούστηκε πρώτη φορά στην ταινία του Σωκράτη Καψάσκη με τον τίτλο «Αγάπη και θύελλα» απ’τον Διαμαντή Πανάρετο. Ο μύθος θέλει την ποιήτρια και στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να ρίχνει το χαρτί με τους στίχους του κομματιού κάτω από την πόρτα του σπιτιού του Μάνου Χατζιδάκι, σε μια περίοδο που το τραγούδι μετασχηματιζόταν εις βάρος των παλιών λαϊκών δημιουργών. Πασίγνωστο βέβαια το κομμάτι έγινε και αγαπήθηκε από τη φωνή του Μπιθικώτση το 1963, ενώ η δαιμονική εκτέλεση στο μπουζούκι ανήκει στον Γιώργο Ζαμπέτα. Η σύμπραξη Χατζιδάκι- Μπιθικώτση – Παπαγιαννοπούλου βέβαια δεν ήρθε απ’το πουθενά. Από νωρίς ο συνθέτης έχει εκδηλώσει τον θαυμασμό και την αγάπη του για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι με σημείο – σταθμό τη διάλεξη που είχε δώσει για το θέμα στο Θέατρο Τέχνης το 1949. Εκείνη τη χρονιά, ας πούμε, ιδρύει και το Ελληνικό Χορόραμα με τον Σπύρο Βασιλείου και τη Ραλλού Μάνου και παρουσιάζει το έργο «Έξι λαϊκές ζωγραφιές» ή ειδικότερα την εκδοχή ρεμπέτικων με πιάνο και ορχήστρα. Ο Χατζιδάκις είχε στραμμένες τις κεραίες του στο λαϊκό τραγούδι πάντα. Μεταγενέστερα ηχογραφεί ανάμεσα σε άλλα τα «Πέριξ» και τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», ενώ το 1955 συναντιέται για πρώτη φορά με τον Μπιθικώτση.

 Σαν τον αϊτό είχα φτερά και πέταγα και πέταγα πολύ ψηλά με ένα χέρι λατρεμένο ένα χέρι λατρευτό μου τα κόβει τα φτερά μου για να μη ψηλά πετώ...

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πέθανε στις 7 Ιανουαρίου 1972. 

Επιμέλεια και δημοσίευση άρθρου : Ελευθεριάδου Σούζυ