Η Ρομπενδασωνλοβούλα μου...

ΡΟΜΠΕΝΔΑΣΩΝΛΟΒΟΥΛΑ

 

 

Τρέξε τρέξε να κρυφτείς

Φωνάζει η μαμά της

Κοριτσάκι πρόβαλε

Εκει με τα καλά της.

 

Ρουχάκια που αγόρασε

Απ της πλατείας το μαγαζάκι

Θέλησε και τα φόρεσε

Κι έτρεξε στο παλατάκι.

 

Εκεί μονάχη βρέθηκε

Μα βρήκε ένα μηλαράκι

Το άγγιξε και έγινε

Κόκκινο βαλιτσάκι.

 

Φοβήθηκε και τρόμαξε

Τότε το κοριτσάκι

Γιιατί βγήκε από κει

 Και ένα αγοράκι.

 

Τι θες και τι ζητάς

εδώ Ρώτησε εκείνο

. Μην τάχα έμαθες

Πως με λένε Βαλεντίνο?

 

Απ την πολύ τρομάρα της

Σκόνταψε στο καρεκλάκι

Και έτσι ήρθε κοντά κοντά

Με το δικό της προσωπάκι.

 

Μη με αγγίζεις άφησε

Το δικό μου το μουτράκι

Πονάει και λαβώθηκε

Το μικρό μου ποδαράκι.

 

Στιγμή δεν πέρασε

Την παίρνει αγκαλίτσα

Είναι η δική του φίλη εκει

Μια σκέτη δα κουκλίτσα

 

Οχι δεν έμαθα

Εσενα πως σε λένε

Μα απ τον πόνο τον πολύ

Τα ματάκια μου δες κλαίνε

 

Σίμωσε κουκλίτσα μοιυ

Κάτσε και άφησέ με

Το φόβο να πάρω από σε

Έλα και κοίταξέ με.

 

Δε θα πονέσεις πίστεψε

το Στο λέω εγώ αλήθεια

Είναι ανάγκη να γιατρευτείς

Το ξέρω από συνήθεια.

 

Τι είσαι βρε παλικάρι μου

Και τόσα πολλά γνωρίζεις

Ο πάγος με μιας έσπασε

δε το αναγνωρίζεις 

 

Είμαι εγώ ο ξακουστός

Περίφημος γιατρός τους

Ρομπέν των Δασών λέγομαι

Είμαι ο άνθρωπός τους.

 

Γιατί εγώ δεν έμαθα

Κι ούτε σε ξέρω τώρα

 Είσαι μήπως ο ονομαστός

Που μοίραζει και τα δώρα?

 

Ναι μα θες κούκλα μου

αυτός είμαι το φωνάζω

Ζητώ αγάπη στη ζωή

Το λέω και το θαυμάζω.

 

Το όνομα μου να σου πω

Η μήπως και το ξέρεις?

Βούλα απλά λέγομαι

Και τωρα πια να θέλεις.

Έτσι με φωνάζουνε

Χρόνια οι δικοί μου

Παππούλης στην εκκλησιά

έδωσε μαζί μου.

 

Ευλογία και τιμή

Αχράντων μυστηρίων

όνομα της γιαγιάς

Οδού καθαρτηρίων.

 

Εεε τα μαθε κι από εμέ

σήμερα σε βαφτίζω

Ρομπενοδασωνλοβούλα μου

Αγγλιδούλα μου σε χρήζω.

 

Αγάπης ταίρι στη ζωή

Σε όλους τους κινδύνους

Κύρης σου και άρχοντας

Σε χρόνους επικινδύνους.

 

Και το κουτάκι έκλεισε

Καρδιές. Τους είχε μέσα

Το μηλαράκι έφαγε

Και φέρθηκε με μπέσα.

 

Από τότε χρόνια πια

Τη μαμά επισκεπτόταν

Μα σαν έβαζε τη θύμηση

Απ την αρχή φοβόταν.

 

Γράφει η ΑΝΝΑ ΖΑΝΙΔΑΚΗ.