Ο γερο Ποσειδωνάκος

Ο ΓΕΡΟ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΚΟΣ.

 

Κλείνω  μάτια μου απαλά

μην τρέξει στάλα δάκρυ

Πόνεσαν τσαλακώθηκαν

Μ απέμειναν στην άκρη.

 

Λογιών ήταν τα σφάλματα

πολλές οι ιδέες

Μα ξεπληρώθηκαν

δεν ήτανε τυχαίες

,ελπίδες δικών τους

ΨΥΧΏΝ οι καδένες.

 

Καράβι το έδεσαν

κι εκείνο πια κοιτούσε

Γιατί τ άγγιζε θαρρείς

γοργόνα δε μιλούσε.

 

Μα κοίταζε σιωπηλή

να δει τι θα τα κάνει

ΤΑ πλούτη τα παλάτια της..

σιγής πικρό δοκάνι.

 

Περίμενε πολλές φορές

το τίμιο παλικάρι

ερχόταν ξαπόσταινε

έπιανε αλλού λιμάνι.

 

Μα τη γοργόνα του αυτός

ποτέ δεν την ξεχνούσε

κοίταγε μέτραγε

και στο Θεό μιλούσε.

 

Άγγιγμα εξ επαφής

τρόμαξε το χε νιώσει

Ρεύμα ηλεκτρικό..

 Λες κι είχε από σώσει.

 

Δυνάμεις που την ήθελαν

τη θάλασσα να οργώνει

Άρχισε μοναχή

με το παραμικρό να θυμώνει.

 

Έφτασε κατάσκοπος

ο γερό Ποσειδώνας

άκουσε τιμώρησε..

Δεν ήταν πια αγώνας..

 

Είχε το χέρι απαλά

στης γοργόνας εκεί το απαλό το σώμα

Αντίκριζε το θάνατο

που θα παίρνε στο χώμα.

 

Λες να ταν η φωνή,

του παλικαριού να βλέπει ,

τα όσα συνέβαιναν

και να τα παραβλέπει?

 

Λες να ταν ο βυθός,

που είχε ξεστολίσει,

απ τα κοχυλάκια ,τα αλογάκια

της θαλάσσης αντικρύσει?

 

Λες να ταν το άρωμα

που έβγαινε απ τα στήθια,

γοργό  επίλεκτης,σκιάς

μέσα στα φύκια?

 

Αυτά που ξεθαρεψαν

και πήγαιναν μια βόλτα,

μα σαν τα αντίκρυσε η θωρριά

του Θεού αρχίσανε τα κόλπα?

 

Πού πας παππούλη μας καλέ,

γέρο Ποσειδώνα,

δεν έμαθες πως τις στιγμές αυτές,

τρυγούν ψυχές ακόμα?

 

Τι ναι τούτα που μου λες,

μαντάτα και ξεστομίζεις?

Μη σου΄ πανε πως θέλω εγώ

να τις καλοτυχίζεις?

 

Έτσι θαρρώ το άκουσα,

μες στα βαθιά πελάγη,

πως θα' ρχεσαι και θα μιλά ,

τούτο εδώ το βράδυ.

 

Λογίζεται η γοργόνα μου

τι άραγε γυρεύει,

ψυχή που θέλει να μιλά ,

αλάργα και ξοδεύει?

 

Χρόνο και ώρες που εδώ,

κάθεται και κοιτιέται,

καθρέφτης από βότσαλα

και μοιρολογείται?

 

Ξέρω θα πεις κυρ Ποσειδών,

είναι της ηλικίας,

του φόβου που έρχεται

κι εκείνος εξαιτίας,

 

Λιγοστών των ημερών,

που στη ράχη τους μαζεύουν,

θα φύγουνε τα ύδατα,

και θα τα καταφέρουν..

 

Σε ταξίδια αναπαμού

εκείνα να δεχτούμε

με τράτες , βάρκες ένα σωρό

να τις καλοδεχτούμε?

 

Γράφει η ΑΝΝΑ ΖΑΝΙΔΑΚΗ.